Ήτανε την εποχή που οι Γερμανοί είχαν πολιορκήσει το Λένινγκραντ. Στην αποκλεισμένη πόλη ή Πνευματική ζωή συνεχιζόταν παρ’ όλες τις φοβερές δυσκολίες και τους περιορισμούς. ‘Εκείνη τη χρονιά του 1943 – ο Ευγένιος Σβαρτς πρωτοδημοσίευσε τον «Δράκο».
Όλη ή θεατρική συγγραφική δουλειά του Ε. Σβάρτς είναι βασισμένη επάνω σε μύθους, παραμύθια και λαϊκές παραδόσεις της Ρωσίας. Στα έργα του υπάρχουν μάγια, ζώα που μιλάνε, σκούφοι που κάνουν αόρατους όσους τους φοράνε, μαγικά χαλιά και το αθάνατο νερό που ανασταίνει νεκρούς .και γιατρεύει θανατερές λαβωματιές.Μονάχα, όμως, που στον Σβάρτς δεν υπάρχει ή απλοϊκότητα και ή αφέλεια των παραδοσιακών παραμυθιών.
Η παραμυθένια και συναισθηματική φόρμα «σπάζει» κάτω από μια συνειδητά σατιρική κριτική διάθεση. Αλλά σάτιρα σημαίνει επίσης οργή και πένθος. Οργή για μία κοινωνία που έχει φθάσεί στο αποκορύφωμα της διαλύσεως και της υποκρισίας. Πένθος για μια κοινωνία που δεν θέλει νάναι ελεύθερη, πού ’χει συνηθίσει να βολεύεται, όσο καλλίτερα γίνεται, σ’ έναν χώρο που βασιλεύει ή κατάφορη αδικία και καταπίεση.
Ο ένας υποψιάζεται τον άλλον, ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται τόσο στον «Δράκο», όσο και στην «Σκιά» και τον «Γυμνό Βασιλιά» και όλοι μοιάζουν νάναι απόλυτα ειλικρινείς στην διάθεσή τους να ζητωκραυγάσουν κάθε νέο ηγέτη. Αλλά όταν ο αρχηγός χάσει την αρχή κανείς δεν θέλει να παραδεχθεί τον προηγούμενο ενθουσιασμό του. Ο «Δράκος» είναι ένα έργο χωρίς πρωταγωνιστές. Δεν αφορά μόνο τις εμπειρίες ενός λαού κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, αλλά ακόμα πιο πολύ: αφορά τις σχέσεις και την κατανόηση του ανθρώπου για τον συνάνθρωπό του. Ακόμα και εκεί όπου δεν παραφυλάει κανένας δράκος.
Η παράσταση έχει όλα εκείνα τα στοιχεία του Θεάτρου Δρόμου που το καθιστούν άμεσο, ζωντανό και άκρως εντυπωσιακό.
Γιγάντιες κατασκευές και ένας Δράκος-μαριονέτα ύψους 6 μέτρων, ιπτάμενες μηχανές, φωτιές και πυροτεχνήματα, καθώς και ηθοποιοί, που παίζουν σε ψηλά ξυλοπόδαρα, είναι μερικά από τα εντυπωσιακά στοιχεία και εκπλήξεις που επιφυλάσσει η παράσταση.
ΔΡΑΚΟΣ
Ο ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΣΒΑΡΤΣ
ΥΠΕΡΘΕΑΜΑ ΔΡΟΜΟΥ
Ήτανε την εποχή που οι Γερμανοί είχαν πολιορκήσει το Λένινγκραντ. Στην αποκλεισμένη πόλη ή Πνευματική ζωή συνεχιζόταν παρ’ όλες τις φοβερές δυσκολίες και τους περιορισμούς. ‘Εκείνη τη χρονιά του 1943 – ο Ευγένιος Σβαρτς πρωτοδημοσίευσε τον «Δράκο».
Όλη ή θεατρική συγγραφική δουλειά του Ε. Σβάρτς είναι βασισμένη επάνω σε μύθους, παραμύθια και λαϊκές παραδόσεις της Ρωσίας. Στα έργα του υπάρχουν μάγια, ζώα που μιλάνε, σκούφοι που κάνουν αόρατους όσους τους φοράνε, μαγικά χαλιά και το αθάνατο νερό που ανασταίνει νεκρούς .και γιατρεύει θανατερές λαβωματιές.Μονάχα, όμως, που στον Σβάρτς δεν υπάρχει ή απλοϊκότητα και ή αφέλεια των παραδοσιακών παραμυθιών.
Η παραμυθένια και συναισθηματική φόρμα «σπάζει» κάτω από μια συνειδητά σατιρική κριτική διάθεση. Αλλά σάτιρα σημαίνει επίσης οργή και πένθος. Οργή για μία κοινωνία που έχει φθάσεί στο αποκορύφωμα της διαλύσεως και της υποκρισίας. Πένθος για μια κοινωνία που δεν θέλει νάναι ελεύθερη, πού ’χει συνηθίσει να βολεύεται, όσο καλλίτερα γίνεται, σ’ έναν χώρο που βασιλεύει ή κατάφορη αδικία και καταπίεση.
Ο ένας υποψιάζεται τον άλλον, ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται τόσο στον «Δράκο», όσο και στην «Σκιά» και τον «Γυμνό Βασιλιά» και όλοι μοιάζουν νάναι απόλυτα ειλικρινείς στην διάθεσή τους να ζητωκραυγάσουν κάθε νέο ηγέτη. Αλλά όταν ο αρχηγός χάσει την αρχή κανείς δεν θέλει να παραδεχθεί τον προηγούμενο ενθουσιασμό του. Ο «Δράκος» είναι ένα έργο χωρίς πρωταγωνιστές. Δεν αφορά μόνο τις εμπειρίες ενός λαού κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, αλλά ακόμα πιο πολύ: αφορά τις σχέσεις και την κατανόηση του ανθρώπου για τον συνάνθρωπό του. Ακόμα και εκεί όπου δεν παραφυλάει κανένας δράκος.
Η παράσταση έχει όλα εκείνα τα στοιχεία του Θεάτρου Δρόμου που το καθιστούν άμεσο, ζωντανό και άκρως εντυπωσιακό.
Γιγάντιες κατασκευές και ένας Δράκος-μαριονέτα ύψους 6 μέτρων, ιπτάμενες μηχανές, φωτιές και πυροτεχνήματα, καθώς και ηθοποιοί, που παίζουν σε ψηλά ξυλοπόδαρα, είναι μερικά από τα εντυπωσιακά στοιχεία και εκπλήξεις που επιφυλάσσει η παράσταση.
Θίασος: 8 Ηθοποιοί – 3 Τεχνικοί
Διάρκεια: 2 ώρες